
Έγινε σκάνδαλο μόλις εκδόθηκε από την ΑΓΡΑ το 1990, με φοβερή καθυστέρηση δεκαετιών. Σκάνδαλο για όλους τους «εχέφρονες» που ζήτησαν τον διωγμό τού βιβλίου και όλων όσων συνετέλεσαν στην έκδοσή του. Σκάνδαλο όμως και για πολλούς «ελευθερόφρονες», που έμειναν στην πρόχειρη ανάγνωση των δύο πρώτων τόμων (ή και ολίγων σελίδων) βλέποντας εκεί μόνον την περιγραφή μιας ατελεύτητης σειράς σεξουαλικών πράξεων.
Ήτανε θρύλος. Έγινε σκάνδαλο. Παραμένει αίνιγμα. Πρόκειται για τη γιγάντια υπερρεαλιστική ερωτογραφία του Ανδρέα Εμπειρίκου Ο Μέγας Ανατολικός.
Ήτανε θρύλος, όσο έμενε ανέκδοτο έργο, ανάμεσα στους εραστές του λόγου και τους λίγους που είχαν ακούσει τον ποιητή να διαβάζει αποσπάσματα.
Έγινε σκάνδαλο μόλις εκδόθηκε από την ΑΓΡΑ το 1990, με φοβερή καθυστέρηση δεκαετιών. Σκάνδαλο για όλους τους «εχέφρονες» που ζήτησαν τον διωγμό τού βιβλίου και όλων όσων συνετέλεσαν στην έκδοσή του. Σκάνδαλο όμως και για πολλούς «ελευθερόφρονες», που έμειναν στην πρόχειρη ανάγνωση των δύο πρώτων τόμων (ή και ολίγων σελίδων) βλέποντας εκεί μόνον την περιγραφή μιας ατελεύτητης σειράς σεξουαλικών πράξεων.
Παραμένει αίνιγμα, εν πολλοίς, Ο Μέγας Ανατολικός δέκα χρόνια μετά την αρχή της έκδοσης των οκτώ τόμων του. Αίνιγμα ακόμα και για τους θαυμαστές του ποιητικού έργου του Εμπειρίκου: Γιατί ένας αναμφίβολα μεγάλος ποιητής να αναλώσει τόσο πνευματικό μόχθο γράφοντας και ξαναγράφοντας επί ένα τέταρτο του αιώνος, από το 1945 έως τις παραμονές του θανάτου του στη δεκαετία του ’70, ένα απέραντο ερωτογράφημα, ένα κοινώς (και κακώς) λεγόμενο «πορνογράφημα»;
Στις μαρτυρίες του Οδυσσέα Ελύτη, του Νάνου Βαλαωρίτη κι άλλων φίλων του Εμπειρίκου μπορούμε να βρούμε το νήμα της Αριάδνης. Ο Ελύτης παρατήρησε ότι το έργο αυτό είναι το αντίστοιχο των ζοφερών 120 ημερών στα Σόδομα του Μαρκησίου ντε Σαντ και ταυτόχρονα το διαμετρικά αντίθετο: με τα ίδια υλικά που ο «θεϊκός Μαρκήσιος» έγκλειστος στη Βαστίλλη συνέθεσε τον εφιάλτη μιας Κόλασης, ο Ανδρέας Εμπειρίκος έπλασε έναν Παράδεισο.
Παρόμοια έργα, όμως, σαν του Σαντ και του Εμπειρίκου, γεννιούνται μόνο κάτω από την αβάσταχτη πίεση ενός αβυσσαλέου τραύματος. Ο Σαντ έγραψε τις 120 Ημέρες στα Σόδομα στα σκοτάδια της Βαστίλλης. Ποια ήταν η Βαστίλλη τού Εμπειρίκου;
Ο ποιητής αρχίζει τη συγγραφή του Μεγάλου Ανατολικού την επαύριον της τραγικής περιπέτειας του 1944, όταν τον έσυρε η σταλινική ΟΠΛΑ όμηρο στα Κρώρα, εντελώς παράλογα, παρά την αθωότητά του, μόνο και μόνο για το όνομά του, τη μεγαλοαστική του καταγωγή. Το φοβερότερο γι’ αυτόν ήτανε ότι υπέφερε στα χέρια ανθρώπων που, κατά κάποιον τρόπο, συνδέονταν ή αναφέρονταν στο δικό του όραμα μιας αταξικής κοινωνίας. Από νωρίς ο Εμπειρίκος είχε προσχωρήσει στον Μαρξισμό και είχε τροτσκιστικό προσανατολισμό, όπως μαρτυρούν, συν τοις άλλοις, και ο Ο. Ελύτης και ο Ν. Βαλαωρίτης. Τα Κρώρα σημαδεύουν μία βίαιη τραυματική αποκοπή του από τον Μαρξισμό. Αλλά ο Εμπειρίκος δεν έγινε ένας ακόμα «πρώην αριστερός», ένας αποστάτης. Η στροφή του στη μακρόχρονη ποιητική ναυπήγηση του Μεγάλου Ανατολικού ενός πλωτού κολοσσού που ταξιδεύει προς έναν Νέο Κόσμο κουβαλώντας όλους τους ερωτικούς πόθους των ανθρώπων και το όραμα μιας αταξικής Ουτοπίας αντάξιας ενός Σαλρ Φουριέ αποτελούσε ταυτόχρονα την επεξεργασία του πένθους των Κρώρων, την υπέρβαση του τραύματος της Ιστορίας και την ανασύνθεση του προτάγματος της καθολικής ανθρώπινης χειραφέτησης.
Η ίδια η μορφή της, οι απίθανες διαστάσεις, οι ελεύθερες από κάθε φραγμό περιγραφές, το ιδιότυπο, όχι «μαύρο» αλλά κατάλευκο χιούμορ δίνουν τον πιο έντονο υπερρεαλιστικό χαρακτήρα στη μοναδική αυτή μυθιστορία.
Υπάρχει μια ακατάπαυστη ροή ερωτικών φαντασιώσεων, όπως στα όνειρα γιατί Ο Μέγας Ανατολικός είναι ένα μεγάλο όνειρο. Όπως σ’ όλα τα όνειρα, έτσι και σ’ αυτό υπάρχει το «έκδηλο» και το «λανθάνον περιεχόμενο», όπως θα έλεγε ο Φρόυντ, και ο «ομφαλός» του, το κλειδί του. Το κρίσιμο σημείο της ονειρικής αφήγησης βρίσκεται εκεί που το υπερωκεάνιο συναντάει, μέσα στη νύχτα του Ατλαντικού, τη μεγάλη δοκιμασία, έναν φοβερό Κυκλώνα και όπου ο Εμπειρίκος γράφει μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του. Καθώς συντελείται η έκρηξη όλων των δυνάμεων της Φύσης, μαζί και των ερωτικών ενορμήσεων μέσα στο κλυδωνιζόμενο υπερωκεάνιο, που πλέει ατρόμητο κόντρα στον καιρό μέχρι του απειλητικού σημείου μιας ολοκληρωμένης καταστροφής, η Κιβωτός του Έρωτα περνάει νικηφόρα τη δοκιμασία, γεννώντας στους πάντες την ελπίδα ότι η μετάβαση σ’ έναν Νέο Κόσμο επιτέλους θα συντελεσθεί.
Θα συναντήσει, βέβαια, αμέσως μετά το αρνητικό του είδωλο, ένα έρημο πλοίο-φάντασμα, την «Αλμπέρτα», που πάνω θα κουβαλάει τα θύματα της οιδιπόδειας τραγωδίας. Ο «Μέγας Ανατολικός» δεν θα την προσπεράσει, δεν θα την αποφύγει. Μέσα από την τραγωδία θα πάει πέρα από αυτήν, αναζητώντας το όραμα μιας πέρα από τον Οιδίποδα απελευθερωμένης ανθρωπότητας.
Ως άλλος προφήτης, μιλώντας για τον αυριανό κόσμο και έναν Πολιτισμό λυτρωμένο από τη δυστυχία που μέχρι τώρα γεννάει, ο Ανδρέας Εμπειρίκος θα αφήσει την παρακαταθήκη του διά στόματος ενός από τους ήρωές του, του Ελβετού ιατροφιλόσοφου Χανς Έντελμαν:
«… ποτέ δεν είπα ότι η απόλυτος ελευθερία πρέπει να χορηγηθή μόνον εις τον έρωτα. Πρεσβεύω και ισχυρίζομαι, αγαπητοί μου φίλοι, ότι η ελευθερία πρέπει να είναι καθολική, αλλά συγχρόνως πρεσβεύω και πιστεύω ότι πρέπει να έχη την αρχήν και την πληρότητά της εις τον έρωτα, διότι εκτός που αυτός είναι η υπερτάτη εκδήλωσις της Ζωής, είναι συγχρόνως και ο καλύτερος εγγυητής εις την λυσιτελή επιδίωξιν πραγματοποιήσεως όλων των άλλων αλλαγών ή μεταρρυθμίσεων των οποίων βεβαίως έχει ανάγκην απόλυτον η βλακωδώς όσον και κατά ανίερον τρόπον χειμαζομένη ανθρωπότης».
Βιογραφικό
Γεννήθηκε στη Βράιλα της Ρουμανίας το 1901 από οικογένεια εφοπλιστών με καταγωγή από την ‘Aνδρο, -η μεγάλη αδυναμία του ποιητή. Μεγάλωσε στη Σύρα και στην Αθήνα. Σπουδές στη Φιλοσοφική σχολή. 1921-5 στην Αγγλία. Σπουδές/εργασία στις επιχειρήσεις του πατέρα. 1925-31 στο Παρίσι. Ψυχανάλυση-Υπερρεαλισμός. 1931-35 στην Ελλάδα. Διευθυντής σε οικογενειακή επιχείρηση-ναυπηγείο. Παραιτήθηκε κι αφοσιώθηκεν οριστικά στη Λογοτεχνία και τη Ψυχανάλυση. Είναι ο πρώτος εκφραστής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα. Ιδρύει μαζί με τη Μαρία Βοναπάρτη την Ελληνική Ψυχαναλυτική Εταιρεία. Ο ίδιος άσκησε τη ψυχαναλυτική πρακτική επί 16 χρόνια (1935-1951). Μαθητής του Φρόυντ, πρωτοπόρος στην ανάλυση των ψυχώσεων.
Συμμετέχει στις υπερρεαλιστικές δραστηριότητες από το 1927, εποχή που γνωρίζει τον Μπρετόν στο Παρίσι. Τον Γενάρη του 1935 δίνει τη περίφημη διάλεξη στην Αθήνα με θέμα «Περί Σουρεαλισμού». ‘Ασκησεν αποφασιστικήν επίδραση στους συγχρόνους του, Οδυσσέα Ελύτη, Νικόλα Κάλα, Νίκο Γκάτσο και Νίκο Εγγονόπουλο. Το 1935 κυκλοφορεί η πρώτη του ποιητική συλλογή «Υψικάμινος».
Πεθαίνει στην Αθήνα το 1975 σ’ ηλικία 74 ετών.
Απόσπασμα από τον Α’ Τόμο, Α’ Μέρος, Κεφάλαιον 6ο
Τί είναι ο Έρως, διηρωτάτο η Υβόννη εν απογνώσει. Διατί να είναι τόσον δύσκολος η ολοκλήρωσίς του; Διατί να προκαλή τόσους πόνους και τόσας πικρίας, ενώ είναι το μεγαλύτερον αγαθόν, το μεγαλύτερον δώρον που εδόθη εις τους ανθρώπους, η μεγαλυτέρα απόλαυσις, η βαθυτέρα ευτυχία. Τί είναι αυτό που μετατρέπει τον Έρωτα, από Παράδεισον ηδονών, εις Κόλασιν μαρτυρίων; Τι είναι αυτό που μετατρέπει το μέλι εις χολήν; Τι είναι αυτό που κάμνει τον ατυχή ερωτευμένον να υποφέρη, υπό ορισμένας συνθήκας, τόσον; Τι είναι αυτό που ώρες-ώρες κάνει το αίμα το ζεστό να γίνεται μέσα στις φλέβες πάγος; Τι συμβαίνει, διηρωτάτο με σπαραγμόν η νεανίς, και δεν ημπορεί κανείς να απολαμβάνη πάντοτε τον έρωτα σαν μίαν ωραίαν οπώραν, σαν ένα ωραίο τοπίο, σαν ένα ωραίο ξένοιαστο πρωί, πασίχαρο, αυροφίλητο, γιομάτο ευφροσύνη, σαν ένα μυροβόλο περιβόλι ή σαν μια καθαρή αμμουδιά, λουσμένη από γαλάζιο πέλαγος ευδαιμονίας;
Μήπως δεν φταίει καθόλου, μα καθόλου ο έρως -εξηκολούθησε να σκέπτεται μ’ αιμάσσουσαν καρδίαν η Υβόννη. Μήπως φταίει ο τρόπος με τον οποίον αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι τον έρωτα, τόσον εις το ατομικόν, όσον και εις το κοινωνικόν επίπεδον; Μήπως, αν δεν έμπαινε στη μέση το λεγόμενον «αίσθημα» κι η λεγομένη «ηθική», θα ημπορούσε τότε μόνον να είναι ο έρως τέλειος και απλός και εύκολος, επ’ άπειρον πανήδονος κι απολύτως παντοδύναμος -όλο χαρά (μόνο χαρά), όλο γλύκα (μόνο γλύκα), χωρίς απαγορεύσεις, στερήσεις, πικρίες, διάφορα «μούπες-σούπα» κι άλλα αηδή κι ακατανόητα, όπως η αποκλειστικότης, η εντός του γάμου αγνότης κι όλη η σχετική με αυτόν απέραντη όσον και μάταια ηθικολογία και φιλολογία;
Με τας τελευταίας σκέψεις, η Υβόννη έπαυσε να κλαίη. Της εφάνη ωσάν να είχε λάμψει αιφνιδίως εις το σκότος ένα φως λαμπρόν, μια δέσμη φωτεινή μεγάλου φάρου τηλαυγούς.
Η Υβόννη εσταμάτησε και ύψωσε το βλέμμα της προς το στερέωμα. Ω, πόσον ωραία ήτο αυτή η εαρινή νυξ, πόσον λαμπροί ήσαν οι αστέρες, πόσον ακαταμέτρητον ήτο το ύψος του ουρανού! Οποία μεγαλοπρέπεια! Οποία μεγαλωσύνη! Τί ήτο αυτό το απροσμέτρητον; Ένα μεγάλο χάος ή μία σοφή διάρθρωσις στοιχείων ασυλλήπτων από την διάνοιαν του ανθρώπου, έργον ενός εξουσιάζοντος και διευθύνοντος τα πάντα παντοδυνάμου νου; Ήσαν τα πάντα τυχαία ή ωφείλοντο εις μίαν θέλησιν και μίαν λογικήν τελείως υπεράνθρωπον, εις μίαν ικανότητα ίλιγγον επιφέρουσαν, της οποίας τα έργα κατέληγαν εις μίαν θεσπέσιαν αρμονίαν; Μήπως οι απέραντοι κόσμοι που την απετέλουν ήσαν το έργον όχι του Θεού, που η εκκλησία θέλει να μας επιβάλη, αλλά ενός Θεού τελείως διαφορετικού, ενός Θεού αλήθεια παντοκράτορος, ενός Θεού αλήεια παντοδύναμου, που υπήρχε μέσα στα ίδια τα έργα του και σε όλα τα κτίσματά του, αποτελούντος ένα με αυτά, και υπάρχοντος παντού αλλ’ αοράτου, όπως είναι υπαρκτή μα αόρατος η ενέργεια, όπως είναι υπαρκτόν μα αόρατον το πνεύμα, όπως είναι είναι υπαρκτόν αλλά μη ορατόν εις τους πολλούς το Μέγα Φως το ‘Ακτιστον, το Μέγα Φως το ‘Απιαστον, το εν μεγαλείω και δόξη καταυγάζον, το εις τους αιώνας άπιαστον, μα εκθαμβωτικά εις τους αιώνας των αιώνων ορατόν, μόνο εις όσους ευλογήθηκαν με την υψίστην Χάριν το Φως αυτό να ιδούν; Μήπως άπαντα ταύτα ήσαν ο Θεός, ο μόνος αληθινός -τουτέστιν μια παμμέγιστη, μια υπερτάτη δύναμις ή ενέργεια «λελογισμένη» και παντάνασσα κι επί της Γης κι εν Υψίστοις; Αλήθεια, μήπως αυτά ήσαν ο Θεός, και όχι εκείνος ο ηθικολόγος τύραννος και τιμωρός κριτής -τουτέστιν ένας μεγάλος ‘Αρχων φωτεινός, αυτόφωτος, τελείως άσχετος με τας εννοίας του Καλού και του Κακού; Μήπως εν τη ουσία των πραγμάτων δεν υπήρχε καμμία ηθική, ούτε ανάγκη ηθικής, για να διαρθρωθή και να υπάρξη ο Κόσμος; Μήπως, μα τον Θεόν, ο μόνος Θεός ήτο ένας τεράστιος και παντοδύναμος Ψώλων και, ουσιαστικώς, υπήρχαν μόνον ηδοναί, δια του πανισχύρου Πέους του και του υπερπλουσίου Σπέρματός του χορηγούμεναι; Και μήπως αι ηδοναί αύται, τουτέστιν αι ερωτικαί, ήσαν αι πράξεις εκείναι, που επλησίαζαν ασυγκρίτως περισσότερον απ’ οτιδήποτε άλλο τους ανθρώπους προς τον Μεγαλοψώλονα Θεόν, τον απόλυτον Πλάστην και Κτήτορα του Κόσμου, τον απόλυτον Κύριον των Δυνάμεων, τον απόλυτο ‘Αρχοντα των Ουρανών και της μικράς μας Γης;
Η Υβόννη ησθάνθη προς στιγμήν ίλιγγον. Δια πρώτην φοράν εις τη ζωήν της εξέρχετο από τα όρια του συμβατικού, από τα όρια του θεμιτού. Όλως αιφνιδίως αντιμετώπιζε τώρα θέματα και έννοιας, αιτήματα και προβλήματα, που ουδέποτε μέχρι τούδε είχε σκεφθεί. Πόσον μακράν ευρίσκετο από την πεπατημένην, την μικροαστικήν αθλιότητα και νοοτροπίαν! Πόσον μακράν ευρίσκετο από την δικτατορικήν εξουσίαν του Παπισμού, της Εκκλησίας, του Καθολικού Χριστιανισμού!
Ο ίλιγγος της Υβόννης ήτο στιγμιαίος. Νέαι σκέψεις, σαν έφηβοι και νεάνιδες αφεθέντες ελεύθεροι από κρατητήρια κοσμητόρων και αστυνομιών, συνέρρεαν με ορμήν και σφρίγος εις τους χλοερούς λειμώνας και τα τερπνά άλση του ελευθέρου λογισμού, της απολύτου ελευθερίας, επάνω από τα οποία έλαμπε, ως μέγας αδάμας ΚΟ-Ι-ΝΟΡ, ο ήλιος της Αλήθειας. Ο στιγμιαίος ίλιγγος παρήλθε τελείως. Ήτο λοιπόν ωραία η ζωή, πλήρης ηδονών, υπό τον όρον να ξεύρη κανείς να την ζη και να ημπορή να υπερπηδά ή να καταρρίπτη τα ευρισκόμενα ή τιθέμενα εμπόδια και παγίδες.
Η Υβόννη ανέπνευσε βαεθιά την θαλασσίαν αύραν και εκοίταζε τον ουρανόν ως εν εκστάσει. Λέξεις που είχε μάθει να αποστηθίζη μάλλον παρά να εννοή εις το σχολείον, επανήρχοντο εις τον νουν της.
Ποιος ήτο ο Σείριος, ο Ωρίων; Ποιος ο Βέγας; Ποιος ο Ζεύς; Ποια η Αφροδίτη; Τί ήτο ο μέγας επουράνιος ποταμός, ο Γαλαξίας; Τί ήτο η μέδουσα, ο Ιππόκαμπος, ο Αστερίας; Τί ήσαν τα μαλάκια και σπονδυλωτοί ιχθύες; Τί ήτο ο Βροντόσαυρος, το Δεινοθήριον, η Φάλαινα, τα Μαμούθ, ο Ελέφας; Τί ήτο η ώσις εκείνη που εξεκίνησε από τους πυθμένας των ωκεανών εις την αυγήν της προανθρώπινης ιστορίας και έφθανε πέραν από τας αυχμηρότητας και τους κοχλασμούς της Γης, τους κατακλυσμούς και τα πλημμύρας, τας συρρικνώσεις και τους παγετούς, εις λόχμας και δάση σκιερά και εις ποταμοβρέκτους πεδιάδας, εις γεννήματα και οπώρας, ναι, ω ναι, εις οπώρας και εις καρπούς ποικίλους, που επέτρεπαν την έλευσιν άλλων ειδών και άλλων πλασμάτων… Και η Υβόννη, εν εξάρσει, εξηκολούθησε να σκέπτεται. Τί ήτο αυτό που εσύρετο, όταν εγκατέλειψε τα υγρά ανήλια βάθη, τι ήτο αυτό που εσύρετο, αρχικώς, εις γυμνάς θειούχους εκτάσεις, και που ωρθώθη επί τεσσάρων και εν τέλει επί δύο ποδών, και, καθώς είδε ότι είχε αποκτήσει χέρια, ήρχισε να συλλέγη τους καρπούς και τα οπώρας και να κατασκευάζη εργαλεία και όπλα; Τί ήτο αυτό που ούρλιαζε, εσφύριζε ή εβρυχάτο, εις πυκνούς δρυμούς και εις ατμώδη έλη, και έπειτα έγινε αίσθημα, οίστρος, ποιητής, ταγός και λόγος; Τί ήτο αυτό που από βαρέως τριχωτόν και φοβερόν την θέαν ποδοτετράχειρον, έγινε πίθηκος ορθούμενος και κατόπιν άνθρωπος δίπους όρθιος, άνθρωπος «σάπιενς», άνθρωπος με αισθήσεις συνειδητάς, σκέψιν και γνώσεις, τουτέστιν μάστορης, κτίστης και πολεμιστής κι εν τέλει, άρχων της Γης αναμφισβήτητος, εξουσιάζων απολύτως επί των αλόγων αδελφών πλασμάτων; Τί ήσαν αυταί αι αλλαγαί και εξελίξεις; Τί ήσαν αι μετουσιώσεις; Τί ήτο, αλήθεια, ο Σείριος, ο Ωρίων; Τί ήσαν οι προφήται; Τί ήσαν ο Μωϋσής, ο Ιεζεκιήλ, ο Ησαϊας; Τί ήτο ο Ιησούς Χριστός; Τί ήτο ο Σατανάς; Τί ήτο, εν τέλει, ο άνθρωπος; Τέκνον της ύλης ή του πνεύματος; Ή μήπως ήτο βλαστός ενός αδιαιρέτου αμαλγάματος των δύο, μιας ενότητος αδιαχωρίστου θείας;
Αν είχαν τα πάντα αφετηρίαν, θα έλεγε κανείς ότι τέρμα δεν είχαν. Τίποτε δεν ήτο προδιαεγραμμένον. Ουσιαστικώς αδράνεια δεν υπήρχε, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν ή μετουσιώνοντο -οι κόσμοι και οι άνθρωποι. Ίσως όλα αυτά μαζύ, ίσως το άθροισμα όλων αυτών, ίσως το ατελεύτητον Σύμπαν να είναι ο Θεός, ο παντοκράτωρ ‘Αρχων. Ναι, ναι, τα πάντα έρρεαν, άλλαζαν, ή μετουσιώνοντο επ’ άπειρον, εσαεί…
Αναπνέουσα βαθειά, η Υβόννη εκοίταζε ακόμη τον ουρανόν. Αίφνης μία άλλη σκέψις, εις αδιάπτωτον αλληλουχίαν με τας προηγουμένας ερχόμενη, έλαμψε εις τον νουν της. Ήτο μία σκέψις γοργή, θερμή, σαν αίμα σφύζοντος νεανικού οργανισμού… Μήπως αν ήλλασσε πεποιθήσεις και ιδίως την συμπεριφοράν της εις την ζωήν ως προς τον έρωτα, εις τον οποίον έως σήμερον υπήρξε τόσον πολύ ελλειμματίας, θα ήρχιζε δι΄ αυτήν νέα ζωή, μία ζωή πανήδονη, γλυκύτατη -η μόνη ορθή, αληθινή και φυσική. Αλήθεια, μήπως τούτο ήτο δυνατόν; Ακόμη ολίγα δευτερόλεπτα εκοίταξε τον ουρανόν ως εν εκστάσει η Υβόννη, γοητευμένη, μαγευμένη και αναπνεόυσα βαθειά την θαλασσίαν αύραν… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη ήτο απολύτως δυνατόν. Αλλέως, δεν θα έλαμπαν με αυτόν τον τρόπο τα άστρα· αλλέως δεν θα περιεστρέφοντο τόσον θριαμβευτικά και με τόσην ευρυθμίαν οι τρόχοι του «Μεγάλου Ανατολικού»· αλλέως δεν θα εσκόρπιζε τόσο θωπευτικά, τόσον ηδονικά, κατά διαστήματα, εις το πρόσωπόν της, το υγρόν ψιμμύθιν του θαλασίου αφρού, η απαλή πνοή του ανέμου… Ω, ναι, αυτό που εσκέφθη, ήτο δυνατόν να γίνη κι η αλλαγή αυτή, που έπρεπε να αρχίση αμέσως, θα ήτο ο λυτρωμός της.

Ως απλός αναγνώστης, και όχι ως λάτρης του Ανδρέα Εμπειρίκου, σας λέω, να το διαβάσετε, να διαβάσετε αυτούς τους 9 τόμους, είναι «επαναστατικά», το «ωραίο» είναι λίγο αλλά τί άλλο να γράψω; είναι masterpiece αρκεί κανείς να μην σταθεί επιφανειακά στα στις σεξουαλικές περιγραφές, που είναι υπερρεαλιστικές, και να πιάσει το νόημα. Διαβάστε το και καταλάβετε το, πιάστε το «ζουμί» του θέματος …
http://www.arelis.gr
περιεχει ερωτονομικον στα ιχνη του μεγαλου ανατολικου και το μεταφυσικο θεατρικο εργο μεταξυ ενδοκοσμικου και υπερβατικου
Εξαιρετικό άρθρο! Θα το αναφέρω αύριο Τρίτη 29/11/11 στο My Porno Project μεταξύ 23:00-24:00 στο Beton7 Art Radio μαζί με την πηγή, το Voices.gr – Ευχαριστώ!