Μεταξύ της αναμονής μου και του γυρισμού σου, η έκταση μιας θάλασσας γαλάζιας.

vanna

Φίλε,
Επιφορτίζω την ταπεινοφροσύνη των λέξεων για να σου περιγράψω την τρεμάμενη  σκιά της θύμησης, αυτό που απομένει από το ποίημά μας.

Εδώ και μερικούς μήνες, εδώ και έναν αιώνα ίσως, προς εσένα πορεύομαι, με τα χέρια απλωμένα μπρος μου, σαν εκείνο το άγαλμα του μύθου που προχωράει προς την θάλασσα. Δεν βρίσκομαι πίσω σου, πήρα τον δρόμο τον αντίστροφο για να σε συναντήσω, για να συναντηθούν τα δυό μας πρόσωπα, λουσμένα μες το ίδιο φως. Προχωράω και κάτω από τα πόδια μου νοιώθω ένα κομμάτι του εγώ μου να έχει ριζώσει μες την γη. Το πυκνό στρώμα του σκότους που μέσα μου σωρεύω είναι το άσυλό μου. Με σκεπάζει και με προστατεύει, άλλοτε σαν κάλυμμα και άλλοτε σαν πέπλο ανορθωμένο ενάντια στο φως.
Εσύ και εγώ είμαστε από το ίδιο όνειρο, έτσι καθώς άλλοι είναι από την ίδια χώρα, δεν θα ‘λεγα ποτέ από την ίδια οικογένεια.
Ίδια με την ηχώ ενός εωθινού τραγουδιού η φωνή σου γέρνει από πάνω μου και μου κρατάει συντροφιά στον δρόμο. Μια φωνή γυμνή, δίχως λέξεις, δίχως φράσεις, μόνο η θέρμη ενός μούρμουρου.
Εδώ που βρισκόμαστε, οι εποχές ακολουθούν η μία την άλλη, δίχως να μας αγγίζουν, πάνε και έρχονται εκεί κάτω, πίσω από τα βουνά.
Για την φιλία μας, επιπόλαια ίσως θα την έλεγες. απλά, έρωτα,  δεν κάνω καμμία προσευχή. Βρίσκεται έξω από τις λέξεις. Είναι ένα πλατύφυλλο φυτό φυτρωμένο μέσα στην συνείδησή μου, μέσα στην καρδιά μου. Δεν με αφήνει να αποσυντεθώ και να αποτύχω στην αναμονή μου. Καμμιά φορά τυχαίνει και με πιάνει μια θλίψη, μια ανόητη και βαθιά θλίψη με τυλίγει, σαν ένας μανδύας από πεθαμένα αστέρια. Τότε, δεν κάνω τίποτα. Τις αφήνω και διαβαίνουν αυτές τις στιγμές, που με χωρίζουν από σένα. Εσύ απομακρύνεσαι και αποστρέφεις το βλέμμα. Το ξέρω αλλά δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Με τρέφει τόσο πολύ και μόνο η σκέψη μου για σένα. Ο χρόνος που μέσα του πορεύομαι είναι μια έρημος και η άμμος είναι πότε κρύα και πότε καυτή. Φοράω χοντρές μάλλινες κάλτσες και σανδάλια νομάδα. Προσέχω τα πόδια μου επειδή ο δρόμος είναι μακρύς. Ξέρω τον χρόνο σαν ένα ποτάμι βαθύ και άστατο. Το ακολουθώ. Κατευθύνεται προς τον τόπο της επόμενης συνάντησής μας.
Φίλε, ελπίζω πως αυτό το γράμμα θα σε βρει σε καλή υγεία. Εδώ, καθώς ξέρεις, δεν μου λείπει παρά το πρόσωπό σου.
Μεταξύ της αναμονής μου και του γυρισμού σου, η έκταση μιας θάλασσας γαλάζιας.
Σου φιλώ τα χέρια.

Leave a Reply

Post Comment