«Εδώ Πολυτεχνείο, Αιδώ Πολυτεχνείο …»

Γράφω κάτι που ΔΕΝ είναι ιστορικό ντοκουμέντο, αλλά, τί θυμάμαι εγώ ή τί τόσες φορές έχω ακούσει να μου διηγούνται και νομίζω ότι το θυμάμαι. Με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο είναι πάντως κατά δική μου «ανάμνηση». Την ημέρα ή μάλλον τη νύχτα του Πολυτεχνείου ήμουν τεσσάρων ετών. Ο μπαμπάς μου εργαζόταν στην συμβολή των οδών Μάρνη και 3ης Σεπτεμβρίου. Ο Θείος μου είχε κατάστημα με παπούτσια στην οδό Πατησίων 111. Εκείνο το απόγευμα  λοιπόν, εγώ με την μητέρα μου πήγαμε να διαλέξουμε μπότες από το κατάστημα του Θείου μου. Η συνεννόηση ήταν ότι ο μπαμπάς μου θα ερχόταν με το κλείσιμο να μας πάρει και να πάμε όλοι μαζί στο σπίτι του Θείου μου, στο Γαλάτσι, για φαγητό. Από την αρχή της εξόδου μας με την μητέρα μου, η ατμόσφαιρα ήταν λίγο περίεργη, εγώ δεν ήξερα γιατί, αλλά οι «μεγάλοι» σίγουρα ήξεραν.

polutexneio00
Φτάσαμε λοιπόν στο κατάστημα του Θείου μου και όταν έφτανε η ώρα για να γίνει η τελική συνεννόηση για το πώς θα φύγουμε και ενώ είχα ψυλλιαστεί ότι κάτι πήγαινε στραβά, χτύπησε το τηλέφωνο και ήταν ο μπαμπάς μου. Μου ανακοίνωνσαν ότι θα πηγαίναμε με τον Θείο, στο σπίτι του, και ο μπαμπάς μου θα ερχόταν να μας βρει εκεί αργότερα … Φτάσαμε στο Γαλάτσι και τα πράγματα γίνονταν όλο και πιο στενάχωρα … πάρα πολλά ψιθυρίσματα και παύσεις όταν εγώ και η ξαδέλφη μου μπαίναμε στο δωμάτιο των μεγάλων και ο μπαμπάς μου αργούσε, πολύ αργούσε και φαγητό πουθενά, κανείς κουβέντα για φαγητό, πράγμα όχι
φυσιολογικό, που έκανε την φαντασία μου, για το τί μπορούσε να συμβαίνει, να καλπάζει. Το φυσιολογικό ήταν μόλις μπαίναμε σε ένα σπίτι και δη στου Θείου μου, τέτοια ώρα, οι μεγάλοι να θέλουν οπωσδήποτε να μας ταϊσουν και μετά να φάνε και αυτοί. «Το στομάχι μας έπαιζε βιολί» και οι άλλοι το μυαλό τους στο ραδιόφωνο και στα τηλέφωνα και ο μπαμπάς μου πουθενά. Κάποια στιγμή τους είδα πάρα πολύ ανήσυχους, συζητούσαν για τον αδελφό τους, φοιτητής στο Πολυτεχνείο, τότε (αδελφός της μαμάς μου και του Θείου μου, ο Στράτος, το μαύρο πρόβατο της οικογένειας, ακόμα και τώρα) και για τον μπαμπά μου και δώσε τα
τηλέφωνα να έχουν πάρει φωτιά …

busjpg

Κάποια στιγμή άκουσα τον Θείο μου να ουρλιάζει στη γιαγιά μου (μητέρα του) «δεν ξέρω τί θα κάνεις, δέσε τον με αλυσίδα, εν ανάγκη, αλλιώς θα έρθω εγώ κάτω, με ότι μέσο βρω προκειμένου να τον αποτρέψω. Δεν θα πάει, είμαι ο μεγαλύτερος και αν δεν με ακούσει θα έχει να κάνει με μένα, ακούς? και εσύ και αυτός» Εγώ ακούγοντας αυτή την έντονη συζήτηση άρχισα να κλαίω και να ανησυχώ και για τον μπαμπά μου αλλά και για τον αγαπημένο μου Θείο – μαύρο πρόβατο. Τότε ο Θείος, ο μεγάλος, είπε: «Θα μείνετε εδώ σήμερα, ο μπαμπάς σου δεν θα έρθει, γιατί πολύ κοντά στο γραφείο του μερικοί φοιτητές κάνουν πόλεμο» Και μόνο στο άκουσμα της λέξης πόλεμος με έπιασε αμόκ … Σημειωτέον ότι ο Θείος με τους φοιτητές ήταν, αλλά πάνω στην αναμπουμπούλα του κλάματός μου έκανε τα πράγματα χειρότερα … Μετά για να τα «κουκουλώσει» μας είπε ένα πολύ γλυκό αν και βλακώδες «παραμυθάκι» για το τί ήταν ο «πόλεμος» που είχε πει: «Είναι μια μεγάλη πλάκα. Άρχισαν έναν «ειρηνικό πόλεμο» οι φοιτητές με τους καθηγητές τους ,γιατί δεν τους άφηναν να κάνουν ελεύθερα την ετήσια εκδρομή τους και τους πετάνε φλυτζανάκια και πιατάκια του καφέ και σιγά σιγά ενεπλάκησαν και άλλοι άνθρωποι που περνούσαν απέξω από το Πολυτεχνείο και λαμβάνουν όλοι μέρος σ’ αυτήν την πλάκα, πάνε και άνθρωποι από άλλες γειτονιές για να βοηθήσουν τους φοιτητές, έχοντας εφοδιαστεί και αυτοί με όλα τα φλυτζανάκια και πιατάκια του καφέ που έχουν στα σπίτια τους, μην ανησυχείς καθόλου» Γιατί όμως ο μπαμπάς μου δεν μπορούσε να έρθει και ο Θείος ο Στράτος, ο μεγαλύτερος πλακατζής της οικογένειας έπρεπε να δεθεί από την γιαγιά, έστω με αλυσίδα για να μην πάει; να έχανε αυτός την πλάκα; Και γιατί αυτή η πλάκα με τα σπασμένα φλυτζανοπιατάκια άρεσε σχεδόν στον Θείο μου, αφού όταν εγώ και η ξαδέλφη μου σπάγαμε κάτι κατά λάθος και όχι για πλάκα, γινόταν έξαλλος;  Αυτά ήταν ερωτήματα που απασχόλησαν όλη τη νύχτα εμένα και την ξαδέλφη μου στα κρεββάτια μας, ενώ κάναμε ότι κοιμόμασταν … Το πιο «ύποπτο» όμως από όλα ήταν ότι κανείς δεν ήρθε να τσεκάρει αν κοιμόμασταν ή αν ήμασταν σκεπασμένες εκείνη τη νύχτα και κανείς ΔΕΝ μας ρώτησε αν πεινάμε, μας είπαν: «στα κρεββάτια σας κορίτσια» και όταν παραπονεθήκαμε ότι «το στομάχι μας παίζει βιολί από την πείνα» – πάγια έκφραση της γιαγιάς μας – η απάντηση ήταν: «στα κρεββάτια σας ΤΩΡΑ, δεν έχει φαγητό σήμερα» Μεγάλα ερωτιματικά για δύο τετράχρονα κοριτσάκια. Και ιδίως «ειρηνικός πόλεμος», άλλο και αυτό, μα υπήρχε τέτοιο πράγμα; Την επόμενη μέρα κανείς δεν έφυγε από το σπίτι για να πάει στο γραφείο του ή στο κατάστημά του, ο Θείος μου, και ο μπαμπάς μου ήρθε αναμαλυασμένος και μπαρουτοκαπνισμένος αργά το μεσημέρι. Διηγόταν ακατάπαυστα και ακατάλυπτα, για μένα πράγματα, αλλά οι μεγάλοι τον κοιτούσαν σαν χάνοι και ο Θείος μου κάθε τόσο του έλεγε: «Είσαι τρελλός, στο ραδιόφωνο μιλούν για ελεύθερους σκοπευτές και εσύ έκατσες όλο το βράδυ στην ταράτσα του κτιρίου των γραφείων σου για να βλέπεις;» «Εσύ και αυτός θα το φάτε το κεφάλι σας. Και καλά αυτός – ο Στράτος – αυτός είναι
αριστερός, εσύ;» Ο Στράτος, βεβαίως όχι μόνο μπήκε στο Πολυτεχνείο, αλλά τον τραβάγανε, εν τέλει για να βγει, τελευταίος, και η μαμά μου τους πήγαινε φάρκακα, τα οποία έπαιρνε από αντιχουντικούς στην φαρμακοβιομηχανία που εργαζόταν. Βέβαια, ακόμα και σήμερα όλοι πειράζουμε τον Στράτο, για το αν μπήκε στο Πολυτεχνείο για λόγους ιδεολογικούς ή για λόγους έρωτος, μιας και η μεγάλη του αγάπη ήταν αριστερή και φοιτήτρια της Νομικής, από όπου και άρχισε το «πατιρντί». Θυμάμαι τις απαγορεύσεις της κυκλοφορίας, που πολλές φορές μας έβρισκαν στο Λαγονήσι και έπρεπε με χίλια δυο τερτίπια να ξεφεύγουμε από τα μπλόκα. Θυμάμαι, μετά, την επιστράτευση, που καλούσαν αυτούς που είχαν ροζ (άλλο και αυτό ροζ χαρτί από το στρατό ακόμα το σκέφτομαι και πιστεύω ότι είναι πολύ αντιφατικό, το ροζ χρώμα, έστω και σε χαρτί, για να το δίνουν από το στρατό. Το ροζ δεν συνάδει με την στρατιωτική νοοτροπία, λέω εγώ …) απολυτήριο στρατού και με εξαιρέσεις αυτούς που είχαν λευκό. Ο μπαμπάς μου είχε – έχει λευκό, αλλά ήταν εξαίρεση … έκατσε καμμιά εβδομάδα κάπου σε μια πλατεία, βρήκε παιδικούς του φίλους και έσκασε από τις πολλές μπύρες … σοβαρή επιστράτευση …

17_1973_
Μετά, τα χρόνια που εγώ πήγαινα γυμνάσιο και Λύκειο, η 17η Νοεμβρίου, δεν ήταν επίσημη αργία για τα σχολεία και κάναμε αποχή για να πάμε στο Πολυτεχνείο. Όποιος δεν πήγαινε σχολείο την συγκεκριμένη ημέρα έπαιρνε αποβολή, άρα είχα στάνταρ μια αποβολή το χρόνο, αλλά πάντα πήγαινα στο Πολυτεχνείο και στην πορεία στην Αμερικανική Πρεσβεία. Η πρώτη «διαδήλωση» που πήγα, με τους γονείς μου, ήταν όταν επετράπη να εορταστεί επισήμως, υποτίθεται, η επέτειος του Πολυτεχνείου. Δεν θυμάμαι χρονολογία, αλλά ήμου σχετικά μεγάλη. Ήμασταν λοιπόν έξω από το Πολυτεχνείο και ξαφνικά πλακώνουν αύρες με δακρυγόνα και νερό και ένα τσούρμο αστυνομία και όλοι άρχισαν να τρέχουν προς την Ομόνοια. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό που ένοιωσα. Κυριολεκτικά «μου κόπηκαν τα ύπατα», το γράφω τώρα και έχω την αίσθηση αυτή, το σώμα έχει
μνήμη, δεν ξεχνά έντονα πράγματα … Πουλημένο και προβοκαρισμένο, αγρίως, σήμερα, το πολυτεχνείο, για μένα συνεχίζει να ζει. Είναι για μένα η πιο κοντινή μου, ηλικιακά, επέτειος και αν με ρωτήσει κανείς είμαι πάντα φορτισμένη την 17η Νοεμβρίου. Μην το πείτε πουθενά όμως, γιατί νοιώθω πια αφελής, να είμαι φορτισμένη … Νοιώθω αφελής γιατί όλοι αυτοί που ήταν μέσα στο Πολυτεχνείο, έχουν υπουργοποιηθεί πολλάκις και κηνυγάνε απεγνωσμένα μια καρέκλα … με αρχηγό την «Εδώ (ΑΙΔΩ πια) Πολυτεχνείο … σας μιλά ο ραδιοφωνικός σταθμός των ελεύθερων φοιτητών …» Μετρημένοι στα δάχτυλα αυτοί που ΔΕΝ εξαργύρωσαν το «Εδώ Πολυτεχνείο, εδώ Πολυτεχνείο …» και το «Αδέλφια μας στρατιώτες, είμαστε Έλληνες …, είμαστε αδέλφια …»
πηγή: οι «αναμνήσεις» εμού της ιδίας, τετράχρονης κορασίδος, τότε

Και παραθέτω το παρακάτω γιατί μου άρεσε:
«H οργάνωση “Πυρήνες της Φωτιάς “ανέλαβε με προκήρυξη στο indymedia,την ευθύνη γιά την βομβιστική επίθεση στο σπίτι του Μ. Ανδρουλάκη

ανδρουλακης
… Για αυτο το σκοπό δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο εύστοχο χτύπημα απο την τοποθέτηση εκρηκτικού μηχανισμού στον τηλε-λακε της εξουσίας Μίμη Ανδρουλάκη.
Ο συγκεκριμένος μαζί με άλλες επιφανείς προσωπικότητες της “αντι-δικτατορικης” αυτοεξορίας, στο Παρίσι της καλοπέρασης , οπως ο Μικης Θεοδωρακης , ο Βασιλης Βασιλικος κ.α. συγκεντρώνουν ολα τα παραπανω χαρακτηριστικά.  Γνωστοί πρωην αριστεροί με κύρος και διεθνή φήμη , που ξεπληρώνουν τις ολιγοήμερες “διακοπές” τους στα κρατητήρια της Ασφάλειας με βουλευτικά και υπουργικά αξιώματα (ο “αγωνιστής” Μ. Θεοδωράκης διετέλεσε υπουργός “ανευ χαρτοφυλακίου” σε προηγούμενη κυβέρνηση της Ν.Δ.)
(η ορθογραφία είναι αυθεντική)
Θα έπρεπε τουλάχιστον να ντρέπονται απέναντι στους χιλιάδες ανώνυμους αριστερούς, που ξυλοκοπήθηκαν, βασανίστηκαν, φυλακίστηκαν, και εκτελέστηκαν…
Για αυτους που δεν υπήρξε και δεν θα υπάρξει ουτε μια σελίδα στην επίσημη ιστορία των νικητών.
Αντιθετα η πλέμπα της αριστερής διαννόησης αρέσκεται να συνεστιάζεται σε καθε ευκαιρία με τους εκπροσώπους της δημοκρατίας και της τάξης, ανταλλάσσοντας φιλοφρονήσεις σε εγκαίvια και δεξιώσεις της “καλής κοινωνίας”.
Ειναι η πικρόχολη λιγοψυχία όλων αυτων,που ποτε δεν ειχαν ψυχή. Αυτων που ανέξοδα πρόδωσαν οτι γράφτηκε με αίμα.

πηγή:

2 Responses to «Εδώ Πολυτεχνείο, Αιδώ Πολυτεχνείο …»

  • ladida
  • GA

    Ωραιο αρθρο… Και εμενα ο πατερας μου και ο θειος μου εκαναν φυλακη και εξορια επι χουντας. Οι γονεις μου ηταν και οι δυο μεσα, ο θειος ειχε παει ‘διακοπες’.
    Προσφατα χαρακτηρίστηκε (ο θειος) ιστορικο στελεχος της αριστερας απο μια εφημεριδα. Ομως δεν ανήκει στην ‘αριστερα’ που ολοι ξερουν (και μονο αριστερα δεν ειναι). Ανηκει στους πολύ λιγους εξωκοινοβουλευτικους που δεν ακουγονται ποτε. Και κυνηγάει ακομα το ονειρο του… Δεν εγινε ποτε υπουργος, ουτε καθησε σε καρεκλα. Τον βρισκεις ακομα και σημερα στους δρομους να φωναζει και να βοηθαει μεταναστες.
    Ειναι πολυ φορτισμενη ημερα η σημερινή ακομα και τωρα… Οχι ομως μονο λογω των γεγονοτων αλλα περισσοτερο για το τι αντιπροσωπευει αυτη η νυχτα…

Leave a Reply

Post Comment