Τα παραμύθια ανάποδα, Roald Dahl

Έτσι λοιπόν, όλα τα παραμύθια μπορείς να τα διαβάσεις ανάποδα, όπου και να είσαι. Αρκεί να μην έχεις προσβληθεί από την ενηλικίωση, τα must και τη χρηστή λογική.

Έτσι λοιπόν, όλα τα παραμύθια μπορείς να τα διαβάσεις ανάποδα, όπου και να είσαι. Αρκεί να μην έχεις προσβληθεί από την ενηλικίωση, τα must και τη χρηστή λογική.

«Αααααααργκ, χλαπ, χλαπ» της έκανε όταν πρωτοσυναντήθηκαν στο δάσος. Και μετά σιωπή. Και μετά το τέρμα (κλεμμένο ντε, ΟΚ). Η φίλη μας παρέσυρε τον Λυκάκο που γούσταρε στη φωλιά της γιαγιάς της, όπου ο χαζός ξανθιά κυνηγός τον πυροβόλησε. Πολύ χαρτί, ο κυνηγός. Η Κοκκινό παίζουσα την αθώα και απροστάτευτη διάλεξε τον κυνηγό-αρχέτυπο του χωριού για Μόνιμο. Είχε και τη συνδρομή της γιαγιάς και του άγνωστου στο πλατύ κοινό σογιού της σε αυτό που στην κοινή νοτιομεσογειακή ονομάζουμε «λουκέτο-σε περνάω-μανίτσα».

Η Κοκκινό συχνά σκεφτόταν τον Λυκάκο και το Wild Wild Sex που είχαν απολαύσει μια νύχτα πριν τον δώσει στη γιαγιά και στον κυνηγό με τη Montblanc καραμπίνα. Pauvre Κοκκινό. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να αντικαταστήσει εκείνη τη νύχτα, εκείνο το πάθος. Ούτε τα ταξίδια ούτε τα λεφτά ούτε το τεράστιο σπίτι ούτε οι φιλανθρωπίες. Ο κυνηγός ήταν χλιαρός και βλαχάκος. Από την άλλη, ο Λυκάκος, μόνος, λοβοτομημένος και ντροπιασμένος από τον πυροβολισμό είχε λουφάξει σε ένα λούνα παρκ. Εκείνη πήγαινε συχνά και τον έβγαζε βόλτα με το Prada λουράκι και το Marc Jacobs φιογκάκι στην ουρά. Οσο τον έβλεπε άπραγο τόσο ξίνιζε. Οσο την έβλεπε να υπάρχει ακόμη τόσο περισσότερο βυθιζόταν στη σιωπή. Τα χρόνια περνούσαν, τα χρόνια γερνούσαν. Βαρεμάρες και τα λοιπά.
Συμπέρασμα: Μην τον αφαλατώσεις όταν είναι μικρός γιατί θα νευριάζεις όταν γίνει μεγάλος.»

Έτσι λοιπόν, όλα τα παραμύθια μπορείς να τα διαβάσεις ανάποδα, όπου και να είσαι. Αρκεί να μην έχεις προσβληθεί από την ενηλικίωση, τα must και τη χρηστή λογική.


Η Κοκκονοσκουφίτσα

Ο λύκος σαν άρχισε να πεινάει

και θέλησε κρέας ωμό να φάει,

πήγε στην πόρτα της γιαγιάς

και εκείνη του άνοιξε με μιάς,

κι είδε το γέλιο του το κακό,

το βλέμμα το ύπουλο, το μοχθηρό

κι είδε τα δόντια του τα κοφτερά

όταν της έλεγε: «Να μπω γιαγιά;»

Εκείνη τον κοίταξε ευθύς τρομαγμένη.

«Ωχ, θα με φάει», ειπ’ απελπισμένη.

Και δεν ήταν λάθος τα προγνωστικά,

γιατί ο λύκος την έκανε μία χαψιά.

Μα το κρέας της ήταν λιγοστό και σκληρό,

του λύκου δεν του ‘φτασε για ορεκτικό.

Έτσι είπε κι αυτός: «Αφού τόσο πεινάω

κι άλλο, σίγουρα, πρέπει να φάω !»

Κι έτρεξε γρήγορα μεσ’ την κουζίνα

μήπως βρει κάτι να διώξει την πείνα.

Μα ύστερα πρόσθεσε σατανικά:

«Θα κάτσω εδώ υπομονετικά,

ώσπου να έρθει η εγγονούλα,

από το δάσος, που πήγε βολτούλα»

Και της γιαγιάς τα ρούχα φορά

(δεν τα ‘χε φάει αυτά φυσικά).

Φόρεσε φούστα πλισέ και καπέλο,

φόρεσε γόβες ψηλές και στο τέλος

τύλιξε ακόμα και τα μαλλιά

κι έκατσε στης γιαγιάς τη γωνιά.

Τα Παραμύθια Ανάποδα

Σε λίγο να η Κοκκινοσκουφίτσα

που αφού τον κοίταξε μία σταλίτσα,

είπε: «Γιαγιά, τί αυτιά είν’ αυτά;»

«Για να σ’ ακούω μικρή πιο καλά»

«Και γιαγιά μου τί μάτια είν’ αυτά;»

«Για να σε βλέπω μικρή πιο καλά»

Είπε ο λύκος χαμογελώντας,

για να την φάει ανυπομωνώντας,

γιατί σε σχέση με τη γιαγιά,

θα ήταν συγχώριο η κάθε μπουκιά.

Τότε η μικρούλα, λέει ξαφνικά:

«Και τί γούνα ωραία , είναι τούτη γιαγιά;»

Κι ο λύκος φωνάζει: «Όχι! το άλλο!

Πρέπει να πεις έχω στόμα μεγάλο!

Αν κι εκεί δεν θα κολλήσω.

Έτσι κι αλλιώς θα σε καταβροχθίσω.»

s2

Το κοριτσάκι υπομειδιά

κι ένα πιστόλι απ’ τη ζώνη τραβά.

Το λύκο στο κεφάλι στοχεύει,

πυροβολεί και τον φονεύει.

Μέρες αργότερα, μες το δασάκι

είδα το ίδιο το κοριτσάκι.

Τί αλλαγή, όμως ήταν αυτή!

Χωρίς σκούφια κόκκινη στην κεφαλή

μου είπε: «Προσέξατε, ότι φορώ

καινούργιο – από γούνα λύκου – παλτό;»

Leave a Reply

Post Comment